

Η ζωή στη Ρίβα ήταν πολύβουη και ζωηρή αλλά και σκληρή, ειδικά για τους κατοίκους των προσφυγικών, αφού η φτώχεια επέβαλε ακόμα και την παιδική εργασία. Τα παιδιά είχαν επωμιστεί και την ευθύνη να πηγαίνουν το φαγητό στους γονείς τους που δούλευαν στα βυρσοδεψεία.
Το ωράριο εργασίας των βυρσοδεψεργατών λίγο πριν τον 20ό αιώνα ήταν «ήλιο με ήλιο». Σύμφωνα με τον Σταύρο Χατζηγεωργίου, ο οποίος υπήρξε εργάτης και αργότερα συγγραφέας του «Συνδικάτα. Το εργατικό κίνημα των βυρσοδεψεργατών Καρλοβάσου Σάμου, 1899-1947», (Σάμος, 2002, σελ. 25-26), τα κύρια προβλήματα των εργατών ήταν:
Τα σωματεία διεκδίκησαν τα δικαιώματα των εργατών και οι συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια του Καρλοβάσου καλυτέρευσαν χάρη στους απεργιακούς αγώνες με ορόσημα την απεργία του 1923 και την απεργία του 1927 (ό.π.).
Στην περιοχή της Ρίβας ή Όρμου, εκτός από τα ταμπάκικα (βυρσοδεψεία), υπάρχουν δύο οικιστικές ζώνες, δηλαδή περιοχές όπου υπάρχουν σπίτια. Η μία είναι γνωστή ως «συνοικισμός» ή «προσφυγικά», όπου ζούσαν κυρίως οι εργάτες των βυρσοδεψείων. Οι περισσότεροι απασχολήθηκαν στα εργοστάσια βυρσοδεψίας. Όσοι εργάτες δεν γνώριζαν κάποια συγκεκριμένη τεχνική ανέλαβαν τις υπόλοιπες εργασίες, όπως τις μεταφορές των εμπορευμάτων, τα κουβαλήματα και την προμήθεια των πρώτων υλών. Πολλές από τις γυναίκες των προσφυγικών εργάστηκαν ως οικιακοί βοηθοί στα σπίτια των πλουσίων του Καρλοβάσου.
Η δεύτερη είναι η οδός Αγίου Νικολάου, στην οποία δεσπόζουν μέχρι σήμερα τα επιβλητικά αρχοντικά που έχτισαν στις αρχές του περασμένου αιώνα οι πλούσιοι έμποροι, οι ιδιοκτήτες βυρσοδεψείων και οι πολιτικοί του τόπου.
Στη δραστηριότητα που ακολουθεί μπορείς να παρατηρήσεις δύο αντιπροσωπευτικές κατοικίες στο Νέο Καρλόβασι. Η μία βρίσκεται στην περιοχή, όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες. Η άλλη, με χαρακτηριστικά αρχοντικής κατοικίας, βρίσκεται στην οδό Αγίου Νικολάου. Προσπάθησε να αντιστοιχίσεις τις λέξεις που πιστεύεις ότι ταιριάζουν με τον κάθε τύπο κατοικίας.
Ηχητικό απόσπασμα συνέντευξης | Ευαγγελία Πρατσινάκη
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των κατοίκων, στην οδό Αγίου Νικολάου υψωνόταν ένα τείχος, μεταξύ των αρχοντικών και των προσφυγικών που χτίστηκε αμέσως μετά την έλευση των προσφύγων της Μικράς Ασίας. Κάποιοι υποστηρίζουν πως το τείχος υψώθηκε προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της κλοπής και όχι εξαιτίας των προσφύγων. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, το σίγουρο είναι ότι οι δύο αυτές διαφορετικές τάξεις γειτνίαζαν και μάλιστα συχνά γίνονται σχετικές αναφορές στην τοπική λογοτεχνία, όπως, για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα “Σφαγείο” του Καρλοβασίτη Αλέξη Σεβαστάκη, όπου ο ήρωας βλέποντας τη θέα από το μπαλκόνι κάποιου αρχοντικού της Ρίβας συλλογίζεται:
«Το μειονέκτημα αυτού του σπιτιού, όπως έλεγε η Αλκμήνη, είναι που γειτονεύει με τα προσφυγικά.»
«Κι ο μακρύς δρόμος των ταμπάκικων βούιζε. Κίνηση και κοσμοπλακωσιά. Αφεντικά, εργάτες, αγωγιάτες, γραμματικοί, έμποροι, μεσίτες, μηχανικοί, παραγγελιοδόχοι, ασβεστάδες, πιτυκάδες, ξυλάδες, μαραγκοί, χτιστάδες, κιρχανατζήδες, γυναίκες με μπακράτσια και καστανιές, γύφτοι, καβάφηδες και τσαγκάρηδες περιωπής, ανθρωπομάνι ανάκατο, που πήγαινε κι ερχόταν όλο φροντίδα και βιάση.»
Ο ερχομός των προσφύγων στο Καρλόβασι με τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην αναβάθμιση των βυρσοδεψείων και την ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας.

Μεταξύ των προσφύγων υπήρξαν αρκετοί που γνώριζαν ήδη τη δουλειά του εργάτη βυρσοδεψίας, οπότε άμεσα απασχολήθηκαν σε κάποια από τα εργοστάσια. Ακόμα και όσοι δεν γνώριζαν τις βυρσοδεψικές τέχνες βρέθηκαν να εργάζονται για τα βυρσοδεψεία, ασκώντας άλλες απαραίτητες εργασίες.
Το φαινόμενο της προσφυγιάς και της εγκατάστασης μεταναστών σε νέους τόπους για λόγους οικονομικούς, πολιτικούς ή ακόμα και κοινωνικούς είναι διαχρονικό στην ελληνική ιστορία. Τα νησιά του βορείου Αιγαίου ήταν και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να είναι τόποι υποδοχής προσφύγων κυρίως από χώρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.